Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Your eyes forever glued to mine...





Είχα γνωρίσει μια φορά μια κοπέλα. Συναντιόμασταν σε ένα ψύκτη, περιμένοντας να γεμίσουμε τα ποτηράκια μας για να πιούμε τα χάπια μας. Μου είχε πει πως είχε πεθάνει η καλύτερη της φίλη. Της είχα πει πως είχα σκοτώσει τον πατέρα μου. Δε γίναμε φίλοι. Άλλωστε κι αυτή πέθανε μετά από λίγο. Χτες το βράδυ μπήκε στο σώμα μου. Δεν ξέρω πως ούτε γιατί. Όπως μπαίνουν πάντα στο σώμα μου οι νεκροί. Αυτή είναι η ιστορία της.

Είχα γνωρίσει μια φορά μια κοπέλα που κάποτε είχε μια φίλη που αγαπούσε πολύ. Δε γνωρίζονταν πολλά χρόνια, αλλά την ένιωθε πολύ δικό της άνθρωπο. Περνούσαν πολλές ώρες τη μέρα μαζί. Περνούσαν σχεδόν όλες τις ελεύθερες τους ώρες μαζί. Στην αρχή και οι δύο τους χαίρονταν πολύ γι’ αυτό. Είχα γνωρίσει μια κοπέλα που κάποια στιγμή κατάλαβε πως η φίλη της περνούσε χρόνο και με άλλους ανθρώπους. Της γκρίνιαξε. Της φώναξε. Η φίλη της δε φάνηκε να καταλαβαίνει το λάθος της. Η κοπέλα που γνώριζα πληγώθηκε. Της την έσπαγε, γιατί αυτή δεν είχε κάνει τίποτα κακό. Ήθελε απλά να βλέπει τη φίλη της. Περισσότερο. Ένα βράδυ κανόνισαν να μείνουν σπίτι και να δουν ταινίες. Η γνωστή μου ετοίμασε ποπ κορν και άναψε κεριά. Η ταινία δεν ήταν πολύ κακή, η φίλη της όμως ήταν λίγο αλλού. Μετά το τέλος της ταινίας της είπε ότι είχε ερωτευτεί. Η κοπέλα που γνώρισα σφίχτηκε και χαμογέλασε. Και όταν η φίλη της σηκώθηκε να φύγει, τη χτύπησε στο κεφάλι με ένα γυάλινο μπουκάλι. Η κοπέλα που γνώρισα δεν είχε αποθήκη. Είχε όμως ένα εξοχικό. Έβαλε τη φίλη της στο αυτοκίνητο και κάνανε ένα ταξίδι όπως παλιά. Οι δυο τους. Η φίλη της ξύπνησε καθισμένη σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να τεντωθεί , αλλά οι καρποί και τα μπράτσα της ήταν δεμένα στα μπράτσα της καρέκλας. Οι αστράγαλοι και τα γόνατα της στα πόδια. Ο λαιμός, το σαγόνι και το μέτωπο στην πλάτη. Το δωμάτιο δεν είχε και πολύ φως και δεν καταλάβαινε που ήταν. Η κοπέλα που γνώρισα μπήκε τότε στο δωμάτιο και της χαμογέλασε. Πέρασαν μέρες μαζί εκεί. Μόνο οι δυο τους. Όπως παλιά. Έκαναν αστεία, τραγουδούσαν, έβλεπαν ταινίες. Μετά από δυο βδομάδες τις βρήκαν. Η φίλη της κοπέλας που γνώριζα ήταν νεκρή, δεμένη σε μια καρέκλα, με τα μάτια της κολλημένα ανοιχτά, καρφωμένα απέναντι, στο σημείο που τόσο καιρό καθόταν η δολοφόνος της.

Δεν πιστεύω στις τιμωρίες. Οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν. Αν μάθαιναν ίσως να μην ήμουν τόσο μόνος. Όταν σκότωνα εκείνη την κοπέλα που κάποτε ήξερα, δεν το έκανα για να την τιμωρήσω. Ούτε για να δικαιωθεί το θύμα της. Το έκανα για μένα. Είναι πιο εύκολο τα πνεύματα που μπαίνουν μέσα μου για να με βασανίσουν να έχουν λόγους να με μισούν. Είναι πιο εύκολο το πνεύμα που με γεμίζει να με ξέρει. Δεν αντέχω άλλους αγνώστους. Κι ακόμα, δεν μπορούσα ν’ αντέξω άλλο τα μάτια της καρφωμένα στο μυαλό μου.


(image from deviantart.com,by BadWord)

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008