Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Ιουνίου 2007

Όνειρα γλυκά...


Μου ζήτησες να σου πω ένα παραμύθι για να κοιμηθείς. Αλλά δεν ξέρω να λέω παραμύθια. Ίσως όμως καταφέρω να γράψω ένα…

«Κάποτε, ζούσε ένα αγόρι. Όχι πολύ μικρό. Όμως δεν είχε γίνει άντρας ακόμα. Είχε ταξιδέψει αρκετά, είχε γνωρίσει κι άλλα αγόρια και κορίτσια. Ένα καλοκαίρι, όμως, ήταν εγκλωβισμένο σ’ ένα μικρό σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Παλιά του έδινε μόνο χαρά. Αλλά οι φίλοι του είχαν πια μεγαλώσει. Είναι δύσκολο να μένεις παιδί. Το αγόρι, λοιπόν, ο Αντρέας, βαριόταν φοβερά. Μαζί του άλλωστε ήταν όλη του η οικογένεια, η οποία δεν έχανε ευκαιρία να του σπάει τα νεύρα. Εκείνο το πρωί αποφάσισε να πάει μια βόλτα, κάπου που δεν είχε ξαναπάει. Είχε ακούσει από τον αγαπημένο του παππού για μια σπηλιά, στα βράχια, μισοπλημμυρισμένη με θαλασσινό νερό, εκεί κοντά. Έβαλε το μαγιό του, βγήκε σιγά σιγά από το σπίτι, για να μην τον καταλάβουν, και βούτηξε στο νερό. Κολύμπησε ώρα, ψάχνοντας το σημείο που του περιέγραφε ο παππούς. Ήταν, λέει, μετά το μικρό ακρωτήρι, κρυμμένο πίσω από ένα βράχο που έμοιαζε πολύ με γοργόνα. Ο Αντρέας ήταν σίγουρος ότι θα τη βρει. Η περιγραφή ήταν ολοζώντανη στο μυαλό του. Κι άλλωστε ήταν καλός κολυμβητής, και το ήθελε πολύ. Στη διαδρομή χάζευε τα κύματα να σπάνε στους άγριους βράχους, ψαράκια να κολυμπάνε κάτω από το σώμα του… Ο βράχος-γοργόνα όμως δε φαινόταν πουθενά. Κολύμπησε πολύ. Απομακρύνθηκε από το σημείο που του έλεγε ο παππούς. Κουράστηκε. Τώρα δίπλα του υπήρχε αμμουδιά. Βγήκε να πάρει μια ανάσα. Ήταν απογοητευμένος. Είχε τόσα όνειρα για το τι θα έβρισκε στη σπηλιά, λαχταρούσε τόσο να εξερευνήσει τα μυστήρια της. Τώρα έπρεπε να γυρίσει πίσω και να περάσει άλλο ένα βαρετό απόγευμα με τους δικούς του. Όλα του τα σχέδια είχαν πάει στο βρόντο. Κοίταξε γύρω του σα χαμένος. Τότε μόνο είδε το σκαρί που φαινόταν σαν ξαπλωμένο στη στεριά. Έμοιαζε παλιό. Ο Αντρέας σηκώθηκε και πλησίασε. Από μια τρύπα στο πλάι του, χώθηκε μέσα. Το φως που μισοέμπαινε έδινε στο παλιό ξύλο ένα καφεπράσινο χρώμα. Αν και έμοιαζε με ναυάγιο, όλα μέσα ήταν τακτικά και αρκετά καθαρά. Ήταν σαν σπίτι. Ή σαν…καφενείο. Ναι, σαν καφενείο. Σαν αυτά τα παλιά, που υπήρχαν στα χωριά. Άρχισε να γυρνάει γύρω γύρω, χαρούμενος για την ανακάλυψη του, ψαχουλεύοντας ντουλάπια, σηκώνοντας ποτήρια. Ποιοι έρχονταν εδώ; Ήταν άνθρωποι, πλάσματα της θάλασσα, νεκροί ναυτικοί; Έκατσε μέχρι που έπιασε να νυχτώνει αλλά δεν είχε φανεί κανείς. Έπρεπε να γυρίσει, αλλιώς θα χανόταν, και η κατσάδα που τον περίμενε θα ήταν φοβερή. Έφτασε σπίτι λίγο πριν το βραδινό φαί. Η κούραση του ήταν τέτοια που ίσα που πρόλαβε να φάει. Ύστερα έπεσε να κοιμηθεί, έναν ύπνο γεμάτο περιπετειώδη όνειρα, σ ένα καφενείο νεκρών πειρατών. Το πρωί ξύπνησε την αδερφή του και την πήρε μαζί του στην παραλία…»

Κοιμήθηκες; Το παραμύθι αυτό δεν τελειώνει. Όπως καμία ιστορία που φτιάχτηκε ποτέ από άνθρωπο. Κοιμήσου… το πρωί σε περιμένει η παραλία σου…

Πέμπτη 31 Μαΐου 2007

Who will be there now?When I lose one true love?


-Τι θα έκανες αν πέθαινα;

-Μην το πεις!

-Προσπάθησε να συνεχίσεις να ζεις σα να είμαι νεκρός. Ίσως έτσι τα καταφέρουμε.

-Όχι. Γιατί δεν είσαι νεκρός. Κι άλλωστε αυτά είναι βλακείες. Τα συναισθήματα πεθαίνουν όταν το αποφασίσουμε εμείς. Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν το αποφασίσουμε εμείς. Όταν ήμουν μικρή, ο παππούς μου μου έλεγε μια ιστορία.

Ήταν μια φορά μια κοπέλα, τόσο όμορφη, ώστε η θεά της ομορφιάς την καταράστηκε, όποιον αγαπά να πεθαίνει. Πρώτα χάθηκαν οι γονείς της, ύστερα τα αδέρφια της και οι πιο κοντινοί της φίλοι. Προσπάθησε να μείνει μακριά απ’ όλους, να μην αγαπήσει κανέναν ξανά. Αλλά ερωτεύτηκε. Και είδε τον αγαπημένο της να πεθαίνει. Κλείστηκε στο σπίτι, να μη βλέπει κανέναν. Να μην τη βλέπει κανένας. Τα ζωάκια που φρόντιζε, τα λουλούδια που μεγάλωνε, κι αυτά ακόμα πέθαιναν μετά από λίγο. Κανείς δε μπορεί να ζήσει χωρίς τίποτα ν’ αγαπάει.

Όλο αυτό τον καιρό, οι υπόλοιποι θεοί, τα πνεύματα, οι ανώτερες δυνάμεις του κόσμου, προσπαθούσαν να πείσουν τη θεά της ομορφιάς να διώξει την κατάρα. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, μιας κι ήταν πολύ δυνατή εκείνες τις μέρες. Την κοπέλα λυπήθηκε ένας δαίμονας, παλιός εραστής της θεάς. Δε μπορούσε να αναστρέψει την κατάρα. Μπορούσε όμως να απαλύνει τον πόνο.. ποτέ δε μαθεύτηκε τι τον έκανε να πάρει την απόφαση αυτή. Ο παππούς μου έλεγε ότι την αγαπούσε πολύ.

Πήγε και τη βρήκε. Έζησε μαζί της. Την έκανε να τον αγαπήσει. Όταν η αγάπη της έγινε τόση που τον σκότωνε, την κράτησε στην αγκαλιά του, της ψιθύρισε ένα ξόρκι και της είπε: «όσοι αγαπάς δεν πεθαίνουν, αν δεν τους σκοτώσεις εσύ. Μ’ αγαπάς;» «Ναι…» «Αν μ’ αγαπάς, μη φοβάσαι!»

Ο παππού, έλεγε πως δυο χρόνια μετά το θάνατο του δαίμονα, η κοπέλα γέννησε ένα παιδί που του έμοιαζε φοβερά. Έλεγε ακόμα πως το παιδί αυτό ήταν ο προ-προ-παππούς του. Όταν η μαμά μου σκοτώθηκε, καθώς με κρατούσε στην αγκαλιά του, μου είπε πως όσοι αγαπώ δε θα πεθάνουν ποτέ. Γι’ αυτό δε θα προσποιηθώ ότι πέθανες. Σ’ αγαπώ. Και δε φοβάμαι. Θα μάθω να ζω χωρίς εσένα. Αλλά δε θα σε σκοτώσω. Όχι ακόμα.

Τον είδε μερικές φόρες ακόμα. Κι ύστερα προσπάθησαν. Κι απομακρύνθηκαν. Δεν τον ξαναείδε ποτέ. Αλλά η ιστορία λέει ότι δεν τον έχασε ποτέ. Γιατί να διώξεις την αγάπη;

Τετάρτη 16 Μαΐου 2007

Τα παραμύθια δεν είν' αλήθεια.(Η΄μήπως έιναι;)



Μια φορά κι ένα καιρό… Το κορίτσι μεγάλωσε. Και τίποτα δεν ήταν σαν τα παραμύθια που διάβαζε μικρό. Ούτε σαν τα άλλα, τις ελπίδες που μόνο του έπλασε μεγαλώνοντας. Το κορίτσι φοβόταν ότι τα όνειρα θα μείνουν μόνο όνειρα. Και στον κόσμο του δεν υπήρχαν νεραιδονονές ούτε πρίγκιπες. Τι θα έκανε; Ποιος θα τη βοηθούσε; Και γιατί έπρεπε όλα να είναι τόσο μαύρα, τόσο απελπιστικά δυσοίωνα; Και φοβόταν πως έφταιγε αυτό, πως ήταν ανίκανο να πράξει, ανάξιο ν’ αγαπηθεί. Ένα πρωί, βγήκε στον κήπο. Κι ο ήλιος δεν έλαμπε. Δε φαινόταν κανένας εκεί γύρω. Ήταν μόνη; Τότε είδε μπροστά της κάτι σαν μάλλινη κλωστή. Την κράτησε στο χέρι της. Άρχισε να την ακολουθεί. Η κλωστή άλλαζε χρώματα. Κι ήταν φορές που χανόταν, μπλεκόταν ανάμεσα σε κλαδιά και δέντρα και θάμνους κι ανθρώπους και φιλοδοξίες και λάθος όνειρα. Και το κορίτσι κουραζόταν. Που την πήγαινε πια αυτή η κλωστή; Κι αν δεν άξιζε να την ακολουθεί; Άλλωστε, μέχρι τότε, όλα της πήγαιναν στραβά. Προχώρησε λίγο ακόμα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Φως την τύφλωσε. Η κλωστή συνέχιζε εκεί. Πίσω από την πόρτα… Έμοιαζε με όνειρο. Ήταν;

Τα παραμύθια έχουν καλό τέλος. Πιστεύεις;

(Για την Αργυρώ. Βρες την κλωστή σου. Ίσως σε πάει κάπου όμορφα...)

Δευτέρα 14 Μαΐου 2007

Όχι πια η Χιονάτη


Μια φορά κι ένα καιρό ένα μικρό κοριτσάκι, η Χιονάτη, πέρασε μέσα από ένα δάσος. Και το Δάσος την ερωτεύτηκε. Είχαν περάσει πολλά κοριτσάκια από μέσα του και όλα είχαν κάνει την καρδιά του να σκιρτήσει. Αλλά αυτή η μικρή ήταν κάτι ξεχωριστό. Το δάσος δεν είχε ξαναδεί μαλλιά μαύρα σαν τα δικά της, ούτε χείλια τόσο πορφυρά. Εκείνο, όμως που την έκανε πραγματικά ξεχωριστή, ήταν το δέρμα της. Τόσο λευκό και λαμπερό. Χιονένιο. Το Δάσος προσπάθησε να της κλείσει το δρόμο, να την κρατήσει για πάντα μέσα του, αλλά δεν τα κατάφερε. Η μοίρα την ήθελε πρωταγωνίστρια σε ένα άλλο παραμύθι. Το Δάσος, φυσικά δεν το ήξερε αυτό και ήταν απελπισμένο.

Το Δάσος δεν ήταν πάντα δάσος. Κάποτε ήταν Άντρας. Ο Άντρας ήταν Παιδί. Ή σαν παιδί. Του άρεσε να παίζει με τη ζωή, είχε μάλιστα τη φιλοδοξία να την κερδίσει. Του άρεσε να ταξιδεύει, να γνωρίζει… Δε φοβόταν. Τα παιδιά δε φοβούνται. Ίσως, μόνο…το σκοτάδι. Του Άντρα του άρεσε ο έρωτας. Η τελευταία γυναίκα που ερωτεύτηκε ήταν σαν ήλιος. Ξανθιά, με μελί δέρμα, μάτια σαν τα νερά του ποταμού δίπλα στο σπίτι της. Ο άντρας της υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί της μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος και το σπίτι δίπλα στο ποτάμι έγινε σπίτι του. Η κορούλα τους μεγάλωνε μέσα στα νερά, τα δέντρα, τα πουλιά. Την κορούλα τους τη σκότωσε ένα άλογο, τη γυναίκα του το μαχαίρι που σήκωσαν τα δικά της χέρια. Και το Παιδί βρέθηκε στο σκοτάδι. Και τρόμαξε. Τις έθαψε μαζί, δίπλα στο ποτάμι. Ζήτησε από τα ξωτικά, τις νεράιδες, τα πνεύματα, να τον λυπηθούν και να τον μεταμορφώσουν σε κάτι άλλο, κάτι που να διώξει το φόβο μέσα του. Η πιο άσχημη από τις νεράιδες ήρθε κοντά του. Φτερούγισε γύρω του και κάθησε στον ώμο του. Του εξήγησε ότι μόνο εκείνη άκουσε την προσευχή του, αφού οι αδερφές της ήταν απασχολημένες με τους έρωτες τους. Ο Άντρας της χαμογέλασε κουρασμένα. Η νεράιδα τον φίλησε γλυκά στα χείλη και του ψιθύρισε στ’ αυτί αρχαία μυστικά. Ο Άντρας ήταν πια Δάσος.

Δεν ήταν μεγάλο. Μερικές εκατοντάδες δέντρα, όχι πολύ μεγάλα ή εντυπωσιακά.. Θάμνοι με φρούτα ή μικρά λουλούδια. Μια μικρούλα λίμνη. Και ένα στρώμα φύλλα και απαλό γρασίδι. Ζωάκια κρύβονταν στην προστατευτική αγκαλιά του, αλλά σπάνια κυνηγοί έψαχναν να τα ξετρυπώσουν. Ένα μικρό μονοπάτι το έκοβε στα δυο και οδηγούσε στο παλάτι του βασιλιά. Το μονοπάτι που διέσχισε η Χιονάτη. Το Δάσος έστειλε πουλιά να χαϊδέψουν τα αχνάρια από τα ποδαράκια της, μέλισσες να μυρίσουν το άρωμά της, ελαφάκια να γευτούν τη γεύση της. Παρακαλούσε να γίνει πάλι Άντρας, να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι και να γίνει και ο ίδιος πάλι παιδί. Πέρασαν χρόνια πριν εμφανιστεί ξανά η άσχημη νεράιδα. Ήταν κλαμένη. Πίστευε πως θα μπορούσε να αντισταθεί στα παρακάλια του και να τον κρατήσει για πάντα στον κόσμο της. Δεν άντεξε όμως.

Ο Άντρας ήταν πάλι Άντρας. Πάτησε ξανά το χώμα, ζεστάθηκε από τον ήλιο, έφαγε γλυκούς καρπούς. Άρχισε αμέσως να αναζητά τη Χιονάτη. Όταν τη βρήκε ήταν ήδη νεκρή, στα βάθη ενός άλλου δάσους. Σκοτωμένη από ένα μήλο, με 7 νάνους, φύλακες του πανέμορφου κορμιού της. Ο Άντρας δεν ήταν πρίγκιπας και οι φρουροί της Αγάπης του δεν τον άφησαν ούτε να την πλησιάσει και να δώσει ένα φιλί στα σαν ματωμένα χείλη της. Οι πληγές στην καρδιά του Άντρα δεν είχαν προλάβει να κλείσουν. Την άκουσε να σπάει. Για μια ακόμα φορά φώναξε, παρακάλεσε. Η νεράιδα του αυτή τη φορά ήρθε γρήγορα. Δε θα τον έχανε ποτέ πια. Με δάκρυα στα μάτια τον φίλησε τρυφερά στα χείλη. Ο Άντρας ήταν πια Νεκρός. Λίγο πιο πέρα ο πέρα ο Πρίγκιπας ξυπνούσε τη Χιονάτη από τον ύπνο της.

Ένα ακόμα χαρούμενο τέλος…