Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

3 ώρες και 36 λεπτά


Η σχέση του με τα ακουστικά που αναγκαστικά φορούσε κάθε μέρα ήταν κάπως...χμ…ιδιαίτερη. Για την ακρίβεια…τα μισούσε. Όλα. Κι αυτά του το ανταπέδιδαν. Ένα πρωί λοιπόν, έκατσε στο γραφείο του και φόρεσε τα μισητά ακουστικά.

-Αου! είπε .

Η βάρδια δεν είχε αρχίσει καθόλου καλά. Το αυτί του πονούσε ήδη. Και είχε μπροστά του 3 ώρες και 34 λεπτά ακόμα. Μέσα στη μαγεία του να είσαι τηλεφωνητής(όχι αυτόματος, δυστυχώς) συμπεριλαμβανόταν το να ακούς κάθε μαλακία που ο άλλος αποφασίζει να μοιραστεί μαζί σου, να ανέχεσαι όοολες τις παραξενιές των προϊσταμένων σου, οι οποίοι αποφασίζουν πάντα να σου μιλήσουν όταν έχεις γραμμή και πάνω απ’ όλα, να νιώθεις σαν τον ξενιστή μιας ύπουλης δύναμης που λέγεται ακουστικό.

Καθώς μέσα του διαδραματιζόταν ένας έντονος διάλογος με το σύμπαν (συγκεκριμένα ο ήρωάς μας του κατέβαζε καντήλια), άκουσε μια φωνούλα. Βασικά...Άλλη μια φωνούλα. Γιατί εκείνη την ώρα άκουγε επίσης την γλυκιά φωνή μιας συγχυσμένης μάνας, την τσιρίδα του μπέμπη της και μια ανακοίνωση από τη διοίκηση.

-Είσαι πολύ γκρινιάρης, το ξέρεις; Δεν είναι τόσο φοβερό. Αν έμπαινες στον κόπο να με γνωρίσεις θα έβλεπες ότι είμαι συμπαθητικό.

Ώπα! Κάτι του έλεγε ότι δεν είναι καλό να ακούσει φωνές από το πουθενά. Όλοι ξέρουμε άλλωστε τι συνέβη στη Jean dArc. Και τελοσπάντων, ποιος μιλούσε;

-Έλα τώρα που δεν καταλαβαίνεις. Το ακουστικό σου είμαι. Ή μήπως δεν είχε καταλάβει ότι έχω κι εγώ ζωή; Γιατί νόμισες ότι προσπαθώ συνέχεια να έρθουμε πιο κοντά;

Η άμεση αντίδραση του ήταν να προσπαθήσει να το βγάλει από το αυτί του. Όοοοχι! Δεν ξεκόλλαγε! Αυτό που κάλπαζε απέναντι ήταν κρίση πανικού ή κι αυτό το φανταζόταν;

-Μην αγχώνεσαι. Όταν έρθει η ώρα να σχολάσεις θα σε αφήσω. Απλώς θέλω να γνωριστούμε καλύτερα. Τόσο καιρό ακούω τις σκέψεις σου. Θέλω επιτέλους να πούμε και καμιά κουβέντα.

«Ακούω τις σκέψεις σου»; Άραγε πόσο στοιχίζει ένας καλός ψυχίατρος;

-Ω, καλά. Δε θες να μιλήσεις εσύ; Οκ. Θα μιλάω εγώ. Είμαι η ψυχή των ακουστικών σου. Ναι ναι, έχω ψυχή. Και είναι πολύ μόνη ξέρεις. Αυτό γίνεται όταν όλοι σε θεωρούν ένα απλό αντικείμενο.

Σύμπαν, γιατί σ’ εμένα;

-Μα γιατί είσαι ο πιο συμπαθητικός. Ήξερα ότι θα με καταλάβεις. Μισώ τη δουλειά μου όσο εσύ τη δική σου. Μοιάζουμε.

Σύμπαν, άντε γαμήσου.

Α, και σύμπαν, σε μισώ.




Ντριιιιιιιιιιν. Ξυπνητήρι. Όνειρο. Μαμά μου. Πόσο είπαμε στοιχίζει εκείνος ο ψυχίατρος;

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Καταραμένα αεροδρόμια


Τα αεροδρόμια είναι απο εκείνα τα μέρη που σε κάνουν να νιώθεις διαφορετικά ανάλογα με το τι έχεις πάει να κάνεις. Όταν πρόκειται να ταξιδέψεις, όταν περιμένεις κάποιον να γυρίσει, είσαι συνήθως χαρούμενος και ανυπόμονος. Όχι όμως οταν χαιρετας καποιον. Ειδικά όταν σημαίνει κάτι για σένα και φεύγει για καιρό. Και είναι και τόσο ψυχρά και με τόσο κόσμο. Ουφ. Δε φταίνε τα αεροδρόμια. Η κακή μου διάθεση τα φταίει όλα.
Και για να ξέρετε. Αναζητώ σπόνσορα. Ένα χρηματοδότη. Έναν άνθρωπο να πληρώνει τα αεροπορικα εισητήρια τελοσπαντων! :-) Ααααααχ! Αυτά...

Καλό ταξίδι.................................................................

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

...


Μια φορά κι ένα καιρό, στη χώρα των παραμυθιών ήταν μια πριγκίπισσα κι ένας ιππότης. Ή μάλλον όχι. Στη χώρα των παιχνιδιών μια κούκλα κι ένα τόπι. Ή ίσως στη χώρα των χρωμάτων δυο χρώματα, το πράσινο και το μαύρο. Δεν έχει πολλή σημασία. Η πριγκίπισσα και ο ιππότης, κούκλα και το τόπι, το πράσινο και το μαύρο…να, αγαπιούνταν. Δεν είναι ότι είχαν περάσει πολλά μαζί, η ότι ήταν φτιαγμένα το ένα για το άλλο. Απλά έκαναν το ένα το άλλο χαρούμενο. Ήταν ωραία όταν ήταν μαζί. Μια μέρα όμως, ο ιππότης έπρεπε να φύγει, ένας πόλεμος τον περίμενε. Και το τόπι το χάρισαν σε κάποιον και χωρίστηκε από την κούκλα. Και ένας ζωγράφος έσκισε στα δυο τον πίνακα με το πράσινο και το μαύρο. Τα ζευγάρια έμεινα μισά. Τα μαγικά πλάσματα, όμως, έχουν μέσα τους, στον πυρήνα τους, ελπίδα. Κι έτσι, όλες αυτές τις μακρινές χώρες δε βυθίστηκαν στο σκοτάδι και την απελπισία. Άλλωστε, αν κλείσεις τα μάτια, όλα τα μέρη του κόσμου είναι δίπλα σου. Κι όλα τα ταξίδια ( ή μάλλον σχεδόν όλα) έχουν επιστροφή…
Θα μου λείψεις…

I found no people for killing time, so I found time for killing people

( Η ιστορία μέχρι τώρα:
1.Lust, bloody lust
2.Every night I burn
3.I rush into the secret house
4.And all the children are insane
5. I will follow you into the dark
6.Love and marriage
7.Daddy's little girl)



Η Μυρτώ σήκωσε το τηλέφωνο. Το είχε ακούσει κι άλλες φορές μέσα στον ύπνο της, αλλά ήταν αδύνατον να συρθεί ως εκεί για να απαντήσει. Της πήρε κάμποση ώρα να αναγνωρίσει τη φωνή του. Πόσο καιρό είχε να τον ακούσει? Ο αδερφός της. όταν την έκανε από το σπίτι, εκείνος πήγαινε ακόμα σχολείο. Και φυσικά η μάνα της δεν ήθελε με τίποτα να την αφήνει να του μιλάει. Όχι ότι την ένοιαζε και πολύ, στην πραγματικότητα. Ήθελε να έρθει. Να μείνει μαζί της για λίγο. Τον είχε παρατήσει η κοπέλα του και τον είχαν διώξει από το σπίτι και έπρεπε κάπου να μείνει. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν σχέσεις. Ακόμα. Και δεν τον ήθελε εκεί. Δεν ήθελε να τη δει έτσι. και ήταν και η δουλειά. Αλλά… για κάποιο λόγο δε μπορούσε να του πει όχι. Ίσως ήταν πολύ νωρίς γι’ αυτή. Ίσως απλά έφταιγε το γεγονός ότι δεν κυλούσε τίποτα στις φλέβες τις, τίποτα που να την κάνει δυνατή. Του έδωσε τη διεύθυνση και του είπε να έρθει την επόμενη. Γαμώτο.



Η Αγγέλικα κοίταξε το αίμα που είχε χυθεί στο πάτωμα. Κάτι την τρέλαινε. Μετά από τόσα πτώματα. Σα να τη σόκαρε ξανά το αίμα. Ένα τσούρμο παιδάκια ξεπρόβαλε στη σκάλα. Όχι, όχι, σκέφτηκε, μην τον δείτε. Κι ας ήξερε ότι μάλλον τον είχαν ακούσει να ξεψυχάει. Δεν έμοιαζαν ακριβώς τρομαγμένα, όμως. Μήπως εκείνη και τα… «αδέρφια» της ήταν, όμως; Τα παιδιά συνέχισαν να πλησίαζαν. Τα πόδια τους πατούσαν μέσα στο αίμα του. Ένα κοριτσάκι την κοίταξε καλά καλά και τη ρώτησε:

-Έτσι θα τον αφήσεις?

Η ερώτηση την έκανε να σκεφτεί ότι αυτόν δεν έπρεπε καν να τον βρει η αστυνομία. Μαζί με τα παιδία, έσκαψε ένα λάκκο στην αυλή. Τον πέταξε μέσα και κατέρρευσε. Τα χέρια της έτρεμαν. Δε μπορούσε να κλείσει τον αυτοσχέδιο τάφο. Τα πόδια της δε τη σήκωναν. Τα καινούρια της αδέρφια, σχεδόν σαν σε παιχνίδι, έσπρωξαν λιγο λίγο όλο το χώμα πάνω στο ματωμένο κορμί του πατέρα τους. Ένα αγοράκι κρατούσε μια καταματωμένη κούκλα. Την πέταξε πάνω στο βουναλάκι απο χώμα. Tι θα τα έκανε αυτά τα παιδιά; Γαμώτο, μπαμπά, πάλι σκατά τα έκανες!



Αργά το βράδυ, με πολύ αλκοόλ και κόκα να ρέει στις φλέβες της , άκουσε τη Μυρτώ να της λέει πως την επομένη θα ερχόταν ο αδερφός της και σκασμένη στα γέλια της απάντησε πως εκείνη είχε 15 αδερφάκια. Το γέλιο της γέμισε το δωμάτιο, τρελό, άρρωστο. Στο e-mail της περίμενε η νέα της «αποστολή» από τον Α.




Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007

Τελικά...




...η βλακεία όντως δεν έχει όρια!

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Love and marriage


( Η ιστορία μέχρι τώρα:
1.Lust, bloody lust
2.Every night I burn
3.I rush into the secret house
4.And all the children are insane
5. I will follow you into the dark)




Η Αγγέλικα έκλεισε ήρεμα πίσω της την πόρτα του σπιτιού της Μυρτώς, αφήνοντας την να τραβάει άσπρες γραμμές στο τραπεζάκι. Έπρεπε να πάει στο σπίτι. Θα γύριζε εκείνος σήμερα. Τον είχε παντρευτεί πριν έξι χρόνια. Δεν ήταν λύση απελπισίας, όχι. Το είχε σκεφτεί καλά. Ίσως η σωστότερη ονομασία να ήταν «αγοραπωλησία». Αλλά αν ήταν κάποιος να γαμάει τη ζωή της, τότε ας το έκανε αυτή. Στην τελική η πρόταση ήταν πολύ συμφέρουσα. Αυτή ψωμολύσσαγε κι εκείνος είχε απαραιτήτως και άμεσα ανάγκη μια γυναίκα να παρουσιάζει σα γυναίκα του. Είχε κι αυτός τη δική του προσωπική πονεμένη ιστορία. η οποία δε την άγγιζε καθόλου. Ένας άντρας κοντά στα 50 που δε μπορεί να πείσει τους δικούς του για τη γυναίκα που αγαπά, είναι μαλάκας. Αλλά ο συγκεκριμένος μαλάκας θα της εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Την οποία χρειαζόταν πολύ. Ήταν πολύ δύσκολο να έχει να νοιάζεται και για το αν θα έχει να φάει αύριο. Παντρευτήκαν, έμεναν μαζί από τότε, αλλά δεν είχαν κοιμηθεί μαζί ποτέ. Όχι πως δεν είχε προσπαθήσει αυτός. Φυσικά είχε. Και τότε ακριβώς ήταν που είχε αποφασίσει ότι η κοροϊδία αυτή θα τέλειωνε.

Περίπου τότε άρχισε τα πάρε δώσε με τον Α. Σε λίγο θα είχε αρκετά χρήματα για να μπορεί να σπάσει τη συμφωνία με τον άντρα της. Και όχι μόνο αυτά. Γύρισε σπίτι κανα δίωρο πριν έρθει αυτός. Συμμάζεψε λίγο. Του άνοιξε την πόρτα και κατάφερε μέχρι και να του χαμογελάσει. Παράγγειλε και έκατσε να φάει μαζί του. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ακούστηκε να λέει μόνο «Εμπρός». Ύστερα πήρε ένα μπλοκ και σημείωσε κάτι. Όταν έκλεισε τα μάτια της έλαμπαν ξανά.



Πάρκαρε το αυτοκίνητο απέναντι από τη σιδερένια πόρτα. Δε χρειάστηκε καν να περιμένει πολύ. Σε λίγο ήρθε κι εκείνος. Δεν είχε αλλάξει πολύ. Είχε 7 χρόνια να τον δει. Ο Πατέρας. Γέλασε σιγανά. Ο πατέρας της. Τον είδε να ξεκλειδώνει ένα μεγάλο λουκέτο. Και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι άκουσε παιδικές φωνές μέσα. Δε μπορεί να το έκανε πάλι. Δε μπορεί να ήταν τόσο χαζός. Στάθηκε εκεί αναποφάσιστη.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

11888:Η αρχή της παράνοιας






Γαμώτο! Παλιόκρυο! Τελικά έχουμε κλιματισμό στον όροφο. Και πολλή δουλειά έχουμε στον όροφο! Ούτε τρεις λέξεις δεν προλαβαίνω να γράψω ανάμεσα στα τηλεφωνήματα. Ουφ πια! Βαριέμαι. Όχι άλλη κυριούλα που θέλει το τηλέφωνο κάποιο ΙΚΑ. Όχι ότι φταίει η κυριούλα, αλλά λέμε.
Sorry κιόλας, παίρνεις τηλέφωνο στις υπηρεσίες καταλόγου και ζητάς το"συνεργείο του Τάσσου-ναι,δε θυμάμαι το επιθετο του-, στον Ασπρόπυργο" και περιμένεις πραγματικά να βρεις κάτι? Όχι, αλήθεια δηλαδή! Μήπως θα έπρεπε να το ξέρω και απ' έξω; Μαζί με τα πολιτικά γραφεία, ίσως? Α, και το Μέγαρο Μαξίμου. Που δεν υπάρχει στον κατάλογο. Και σαφώς φταίω εγω γι' αυτό. Πως θα μιλήσει ο λαός με τον Καραμανλή? ΣΙΧΤΙΡ!
Και θα δουλέυω και στις 16. Υποχρεωτικά! ΣΤΑ ΔΙΑΛΑ!

(Καιρό είχα να γκρινιάξω, όμως! :-) )

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

And all the children are insane











( Η ιστορία μέχρι τώρα:
1.Lust, bloody lust
2.Every night I burn
3.I rush into the secret house )



Ξεκλείδωσε το λουκέτο. Έπρεπε να το λαδώσει κιόλας, έτριζε πολύ. Μπήκε και ξανακλείδωσε. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Τα παιδιά θα ήταν πάλι στην αυλή. Ευτυχώς. Δεν είχε όρεξη. Ανέβηκε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα του. Την κλείδωσε κι αυτή καλά. Τα παιδιά δεν έπρεπε να μπαίνουν εκεί. Πλησίασε το παράθυρο. Τα είδε στην αυλή. Καμιά δεκαριά κοριτσάκια και πέντε έξι αγοράκια, το πολύ μέχρι δέκα χρονών. Φαίνονταν να παίζουν ήσυχα. Τίποτα ανησυχητικό. Έπεσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε αμέσως.
Όλα αυτά τα παιδάκια δεν ήταν δικά του. Για την ακρίβεια, δεν ήταν ο βιολογικός τους πατέρας. Δε μπορούσε όμως να τα αφήσει στους βιολογικούς τους γονείς. Θα τα κατέστρεφαν, θα τα χάλαγαν. Πρεζάκια, πόρνες, κλέφτες. Δεν έκαναν για γονείς. Σαν αστυνομικός ερχόταν σε επαφή με πολλούς τέτοιους. Όταν τους έπαιρνε τα παιδιά, κανείς δεν έμοιαζε να στενοχωριέται. Άλλωστε, πια, ήξερε τι έκανε. Αυτά τα παιδιά στην αυλή ήταν η «δεύτερη γενιά». Η Αγγέλικα ανήκε στην πρώτη.
Τα παιδιά στην αυλή ήταν καθισμένα σ ένα μικρό κύκλο. Τα είχε κλειδωμένα πάντα μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Δε μπορούσε να ρισκάρει να τα αναγνωρίσει κάποιος. Κι έτσι τα κράταγε εκεί. «Η αυλή είναι μεγάλη», τους έλεγε, «δε χρειάζεται να βγαίνετε στο δρόμο». Τα λουκέτα, ο φράχτης ήταν όλα εκεί για να τα προστατεύσουν. Η μικρή ομάδα σηκώθηκε ήσυχα και μπήκε στο σπίτι. Κινούνταν σαν να αιωρούνταν. Σαν φαντάσματα. Ένα τους ανέβηκε στον πάνω όροφο. Ο «Πατέρας» κοιμόταν. Σαν αερικά σκαρφάλωσαν το φράχτη. Τι ήταν ένας φράχτης για δεκάχρονα παιδάκια; Στο δρόμο, η ηρεμία από τα πρόσωπα τους χάθηκε. Χώθηκαν σ’ ένα στενάκι. Μια γιαγιά περπάταγε φορτωμένη με τα ψώνια της. Την πλησίασαν αργά. Τους χαμογέλασε. Τα δυο πιο μεγαλόσωμα της άρπαξαν τις τσάντες από τα χέρια. Τρία κοριτσάκια την τράβηξαν στο χώμα. Λίγο λίγο όλα πήγαν κοντά. Της έσκισαν τα ρούχα, τη χτυπούσαν, άδειασαν το περιεχόμενο από τις σακούλες πάνω της. όλα αυτά ήσυχα, χωρίς να βγάλουν έναν ήχο. Όταν βαρέθηκαν, άφησαν τη γιαγιά αιμόφυρτη και ξεκίνησαν να γυρνάνε. Ο Πατέρας θα ξύπναγε σε λίγο και θα έστρωνε το τραπέζι.


Η Αγγέλικα ξύπνησε στο κρεβάτι της Μυρτώς. Εκείνη έδειχνε να κοιμάται ακόμα πολύ βαριά. Τη σκούντησε αλλά δεν αντέδρασε. Σηκώθηκε. Στην κουζίνα άρχισε να ψάχνει τα ντουλάπια για καφέ. Ήπιε μια κούπα μαζί με δυο παυσίπονα. Κάτω από ένα μαξιλάρι του καναπέ βρήκε μια τσαλακωμένη φωτογραφία. Ένα κοριτσάκι στην παραλία.