Πέμπτη, 31 Μαΐου 2007

Who will be there now?When I lose one true love?


-Τι θα έκανες αν πέθαινα;

-Μην το πεις!

-Προσπάθησε να συνεχίσεις να ζεις σα να είμαι νεκρός. Ίσως έτσι τα καταφέρουμε.

-Όχι. Γιατί δεν είσαι νεκρός. Κι άλλωστε αυτά είναι βλακείες. Τα συναισθήματα πεθαίνουν όταν το αποφασίσουμε εμείς. Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν το αποφασίσουμε εμείς. Όταν ήμουν μικρή, ο παππούς μου μου έλεγε μια ιστορία.

Ήταν μια φορά μια κοπέλα, τόσο όμορφη, ώστε η θεά της ομορφιάς την καταράστηκε, όποιον αγαπά να πεθαίνει. Πρώτα χάθηκαν οι γονείς της, ύστερα τα αδέρφια της και οι πιο κοντινοί της φίλοι. Προσπάθησε να μείνει μακριά απ’ όλους, να μην αγαπήσει κανέναν ξανά. Αλλά ερωτεύτηκε. Και είδε τον αγαπημένο της να πεθαίνει. Κλείστηκε στο σπίτι, να μη βλέπει κανέναν. Να μην τη βλέπει κανένας. Τα ζωάκια που φρόντιζε, τα λουλούδια που μεγάλωνε, κι αυτά ακόμα πέθαιναν μετά από λίγο. Κανείς δε μπορεί να ζήσει χωρίς τίποτα ν’ αγαπάει.

Όλο αυτό τον καιρό, οι υπόλοιποι θεοί, τα πνεύματα, οι ανώτερες δυνάμεις του κόσμου, προσπαθούσαν να πείσουν τη θεά της ομορφιάς να διώξει την κατάρα. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, μιας κι ήταν πολύ δυνατή εκείνες τις μέρες. Την κοπέλα λυπήθηκε ένας δαίμονας, παλιός εραστής της θεάς. Δε μπορούσε να αναστρέψει την κατάρα. Μπορούσε όμως να απαλύνει τον πόνο.. ποτέ δε μαθεύτηκε τι τον έκανε να πάρει την απόφαση αυτή. Ο παππούς μου έλεγε ότι την αγαπούσε πολύ.

Πήγε και τη βρήκε. Έζησε μαζί της. Την έκανε να τον αγαπήσει. Όταν η αγάπη της έγινε τόση που τον σκότωνε, την κράτησε στην αγκαλιά του, της ψιθύρισε ένα ξόρκι και της είπε: «όσοι αγαπάς δεν πεθαίνουν, αν δεν τους σκοτώσεις εσύ. Μ’ αγαπάς;» «Ναι…» «Αν μ’ αγαπάς, μη φοβάσαι!»

Ο παππού, έλεγε πως δυο χρόνια μετά το θάνατο του δαίμονα, η κοπέλα γέννησε ένα παιδί που του έμοιαζε φοβερά. Έλεγε ακόμα πως το παιδί αυτό ήταν ο προ-προ-παππούς του. Όταν η μαμά μου σκοτώθηκε, καθώς με κρατούσε στην αγκαλιά του, μου είπε πως όσοι αγαπώ δε θα πεθάνουν ποτέ. Γι’ αυτό δε θα προσποιηθώ ότι πέθανες. Σ’ αγαπώ. Και δε φοβάμαι. Θα μάθω να ζω χωρίς εσένα. Αλλά δε θα σε σκοτώσω. Όχι ακόμα.

Τον είδε μερικές φόρες ακόμα. Κι ύστερα προσπάθησαν. Κι απομακρύνθηκαν. Δεν τον ξαναείδε ποτέ. Αλλά η ιστορία λέει ότι δεν τον έχασε ποτέ. Γιατί να διώξεις την αγάπη;

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2007

Τι μάθατε σήμερα, παιδάκια;










Η δουλειά σερνόταν και σημερα. Όχι ότι περίμενα κάτι διαφορετικό, αλλά λέμε. Σήμερα όμως, περάσαμε την ώρα μας με μια πάαααρα πολύ εποικοδομητική συζήτηση με τους φίλτατους συναδέλφους. Ή μάλλον, το σύνολο των φίλτατων συναδέλφων έψαχνε να βρει που να κοπανηθεί, σαν αντίδαση σ' αυτα που έλεγε ο ένας, ο μοναδικός,ο μέγας λάτρης των γυναικών!Να λοιπόν τι μάθαμε σήμερα:
-Ο όρος "μεσημέρι" ισχύει μόνο για τη χρονική στιγμή απο 12.00.00 μέχρι 12.00.59. Μετά είναι απόγευμα. Και είναι δείγμα της ελληνικής νοοτροπίας ότι θεωρούμε μεσημέρι τις 15.00!Είμαστε ρεμάλια και τεμπελχανάδες!Φτουουουου μας!
-Σε περίπτωσση βιασμού, μάλλον φταίει η γυναίκα. Ποιός της είπε να κυκλοφορεί έτσι προκλητικά ντυμένη;(Ο ίδιος συνάδελφος είπε ότι το ανοιχτό παπούτσι είναι προκλητικό!) Τα στερημένα αγόρια δε μπορούν να αντισταθούν στις ορμές τους.Όταν η διπλανή συνάδελφος πρότεινε στον όποιο στερημένο να πάρει καμιά ταινία και να ξεχαρμανιάσει μόνος του, ο μέγας λάτρης τον γυναικών είπε πως χρειάζεται ποικιλία.Η απάντηση ήταν, φυσικά,"Ας αλλάξει χέρι!!!!!!!"!!!!
-Οι γυναίκες βάφονται αποκλειστικά και μόνο για να αρέσουν στους αντρες και ποτέ για τον εαυτό τους. Εγώ που δε βάφομαι μάλλον είμαι φεμινίστρια.(Να βγω να κάψω τα σουτιέν μου στο Σύνταγμα;)
-Οι άντρες έχουν υψηλότερο IQ ως σύνολο και είναι πάρα πολύ πιο ικανοί. Από αυτό προκύπτει ότι δεν υπάρχουν γυναίκες επιστήμονες ούτε θα υπάρξουν ποτέ.
-Οι γυναίκες θέλουν οι άντρες με τους οποίους κάνουν σχέσεις να είναι ανώτεροι τους και κατα συνέπεια,στη μεγάλη τους πλειοψηφία παντρεύονται για τα λεφτά. (Εν ολίγοις όλες είμαστε τσούλες.) Στις έντονες ενστάσεις μας, ο μέγας λάτρης των γυναικών, απάντησε:"Εγώ πολύ θα ήθελα να ήμαστε ίσοι, αλλά αφού δε μπορείτε,τι να κανουμε;"


Εγώ πάντως θέλω τη μαμά μου!

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007

Μπούρλπ-Μπούρλπ















Και ναι,λοιπόν το αποφάσισα! Σε μια στιγμή έντονης ενδοσκόπησης(λέγε με απέραντη πλήξη), κατέληξα. Το blog θα είναι "ότι κάτσει"!
Στο Σύνταγμα γίνεται χαμός. Στο καφέ απέναντι απο τη δουλειά, μέχρι και τα μικρά αγγλάκια πίνουν μπύρες(όπως ορθά παρατήρησε με ενθουσιασμό ο Μάνος). H δουλειά σέρνεται. Αλλά πολύ όμως. Βαριέμαι. Οι καρποί μου πονάνε απο τα τηλέφωνα. Και δε μπορώ να φοράω αλλο τη "επαγγελματική" μου φωνή. Αι σιχτίρ, που πρέπει να κάνω σαν γκόμενα σε ροζ γραμμή για να καταδεχτείτε να μου απαντήσετε! Και βρέχει κιόλας!!!!! Ουφ! Arkhidia kivwtio!

ΥΓ.: Μετά από πόσες ώρες μπροστά στην οθόνη υπολογιστή εταιρίας δημοσκοπήσεων το μυαλό σου γίνεται αφρόλουτρο;Μπούρλπ-Μπούρλπ!(ήχος που αντιστοιχεί σ' αυτόν της σαπουνόφουσκας που κινείται μέσα στο κρανίο μου!)

[το κείμενο γράφτηκε σε μια στiγμή απελπισίaς στη δουλειά! Όχι άλλο κάρβουνο!]

Τρίτη, 22 Μαΐου 2007

Κρυψώνες


Περπατάς. Και σκέφτεσαι. Πάλι. Γιατί; Τα βράδια, όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι σε πλημμυρίζει μια εικόνα. Είσαι ξαπλωμένος στο μαξιλάρι και δε μπορείς να την κάνεις να φύγει. Και κοιμάσαι μαζί της.
Έρημη παραλία. Ένα πέτρινο σπίτι πάνω στην άμμο. Από την καμινάδα βγαίνει καπνός. Βροχή. Πλησιάζεις στο σπίτι. Σκοτεινό, εκτός από τη φωτιά που καίει στο τζάκι. Το σπίτι μικρό, ένα δωμάτιο. Ένα στρώμα στη γωνία. Δυο μισολιωμένα κεριά δίπλα. Το τζάκι. Μια κοπέλα όρθια στο παράθυρο, κοιτά την αγριεμένη θάλασσα και τη βροχή. Δεν τη βλέπεις καθαρά. Κολλάς το πρόσωπό στο τζάμι. Τα μάτια της λάμπουν. Φορά ένα μαύρο φανελάκι και κρατά σφιχτά τα χέρια στο στήθος. Στέκει ακίνητη για λίγα λεπτά, κοιτώντας απλά μπροστά. Ύστερα στρέφει το βλέμμα στο κρεβάτι. Στο σώμα που είναι ξαπλωμένο. Στο πρόσωπο που αχνοφωτίζουν τα κεριά. Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα, τα χείλη χαμόγελο. Στοργή. Ξαναγυρνά στο παράθυρο. Που και που αγγίζει το τζάμι. Νομίζεις σιγοτραγουδά. Το αγόρι ανασηκώνεται και την κοιτά. Στα μάτια του ο ύπνος. Στέκεται στα πόδια του αργά. Πλησιάζει το τζάκι. Εκείνη κοιτά μακριά. Οι αστραπές της δείχνουν τα κύματα. Ακουμπά τα χέρια του στους γυμνούς γοφούς της. Της μιλά. Δε μπορείς να τον ακούσεις. Πλησιάζεις ξανά το τζάμι. Της ζητά να γυρίσει στο κρεβάτι. Ο ύπνος δε λέει να φύγει από τα βλέφαρά του. Του χαμογελά κι αγγίζει το σαγόνι του. Η βροχή κυλά στο παράθυρο και θολώνει την εικόνα σου. Βλέπεις τα χέρια του στη μέση της. Η φωνή του ψιθυρίζει γλυκά για την αγκαλιά της. Θέλει να κουρνιάσει στο κορμί της. Την οδηγεί ήσυχα στο κρεβάτι. Γονατίζει και την τραβά από την άκρη των δακτύλων. Δεν τους ακούς πια. Δε βλέπεις τα λαμπερά της μάτια. Οι αστραπές φωτίζουν μόνο το κορμί της, που γέρνει και χάνεται στο στρώμα. Χαμογελά και κλείνει τα μάτια. Μετά από λίγο κι αυτά γεμίζουν ύπνο. Βρέχει.
Θες να κρυφτείς. Εκεί. Παλιά, όταν έψαχνες κάπου να κρυφτείς, ήταν εκεί. Αλλά οι άνθρωποι φεύγουν. Κι ας είναι δίπλα σου. Κι άλλοτε, πρέπει να κρυφτείς απ’ αυτούς.
Δεν ξέρεις. Δεν αναγνωρίζεις την εικόνα.Κι ας την έφτιαξες εσύ. Ύστερα, μια μέρα, θα σε ξυπνήσει η βροχή σε ένα σπιτάκι στην παραλία. Πιστεύεις στα όνειρα;

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2007

Τα παραμύθια δεν είν' αλήθεια.(Η΄μήπως έιναι;)



Μια φορά κι ένα καιρό… Το κορίτσι μεγάλωσε. Και τίποτα δεν ήταν σαν τα παραμύθια που διάβαζε μικρό. Ούτε σαν τα άλλα, τις ελπίδες που μόνο του έπλασε μεγαλώνοντας. Το κορίτσι φοβόταν ότι τα όνειρα θα μείνουν μόνο όνειρα. Και στον κόσμο του δεν υπήρχαν νεραιδονονές ούτε πρίγκιπες. Τι θα έκανε; Ποιος θα τη βοηθούσε; Και γιατί έπρεπε όλα να είναι τόσο μαύρα, τόσο απελπιστικά δυσοίωνα; Και φοβόταν πως έφταιγε αυτό, πως ήταν ανίκανο να πράξει, ανάξιο ν’ αγαπηθεί. Ένα πρωί, βγήκε στον κήπο. Κι ο ήλιος δεν έλαμπε. Δε φαινόταν κανένας εκεί γύρω. Ήταν μόνη; Τότε είδε μπροστά της κάτι σαν μάλλινη κλωστή. Την κράτησε στο χέρι της. Άρχισε να την ακολουθεί. Η κλωστή άλλαζε χρώματα. Κι ήταν φορές που χανόταν, μπλεκόταν ανάμεσα σε κλαδιά και δέντρα και θάμνους κι ανθρώπους και φιλοδοξίες και λάθος όνειρα. Και το κορίτσι κουραζόταν. Που την πήγαινε πια αυτή η κλωστή; Κι αν δεν άξιζε να την ακολουθεί; Άλλωστε, μέχρι τότε, όλα της πήγαιναν στραβά. Προχώρησε λίγο ακόμα. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Φως την τύφλωσε. Η κλωστή συνέχιζε εκεί. Πίσω από την πόρτα… Έμοιαζε με όνειρο. Ήταν;

Τα παραμύθια έχουν καλό τέλος. Πιστεύεις;

(Για την Αργυρώ. Βρες την κλωστή σου. Ίσως σε πάει κάπου όμορφα...)

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Φοβάσαι;

Έτρεμε. Όταν καμιά φορά του χαμογελούσε κατά τύχη. Όταν γελούσε μαζί του. Όταν τον άφηνε να την αγγίζει. Όταν του χάιδευε τα μαλλιά. Όταν τον ταπείνωνε. Έτρεμε. Τα χέρια του, τα χείλη του, η ανάσα του. Αποτελούσε τη Σελήνη της. Όταν εκείνη ήταν στο δωμάτιο, βρισκόταν κάπου γύρω της. Τον είχε πονέσει. Τον είχε απογοητεύσει. Είχε προσπαθήσει να του κλέψει την αθωότητα. Οι φίλοι κι οι γνωστοί γελούσαν μαζί του. Ήταν μαλάκας, του έλεγαν, που τα ανεχόταν όλα αυτά. Οι φίλοι κι οι γνωστοί του φώναζαν να ξεκολλήσει. Έμενε κοντά της. Έπαιρνε ότι του έδινε. Δε μπορούσε να πει γιατί. Ο κόσμος του ήταν θολός. Δεν έβλεπε τίποτα καθαρά. Κι οι επιθυμίες του ακόμα, ένα κουβάρι. Μόνο εκείνη. Έμενε εκεί. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που τους ενδιέφεραν οι επιπτώσεις των πράξεων τους. Πώς μπορεί να πληγώσεις έναν αθώο; Ακόμα κι όταν φταίει. Ξανά και ξανά. Δεν είναι αθώος, έλεγε πάντα. Εκείνος είναι που γυρνά γύρω μου. Έτρεμε. Όταν τον κρατούσε αγκαλιά. Δεν ήταν όμορφη. Ίσως ούτε έξυπνη. Ήταν μεγάλη αλλά όχι σοφή. Και δεν είχε καμία σημασία. Στα γόνατα, της χάιδευε τα πόδια. Κρατούσε ένα ποτήρι, γελούσε, χάιδευε το σκυλάκι της. Γιατί τρέμεις; Οι φίλοι κι οι γνωστοί ήταν πολύ κουρασμένοι για να ασχοληθούν. Κι εκείνος δε βοηθούσε. Δεν τους είπε ποτέ: Γιατί χρειάζομαι κάποιον να χαϊδεύω. Γιατί χρειάζομαι κάποιον να λατρεύω. Γιατί χρειάζομαι κάποιον να με ταπεινώνει.

Δε ρώτησαν ποτέ. Φοβάσαι;



(Για τον Ι. Κι ας είναι μαλάκας.)

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2007

Όχι πια η Χιονάτη


Μια φορά κι ένα καιρό ένα μικρό κοριτσάκι, η Χιονάτη, πέρασε μέσα από ένα δάσος. Και το Δάσος την ερωτεύτηκε. Είχαν περάσει πολλά κοριτσάκια από μέσα του και όλα είχαν κάνει την καρδιά του να σκιρτήσει. Αλλά αυτή η μικρή ήταν κάτι ξεχωριστό. Το δάσος δεν είχε ξαναδεί μαλλιά μαύρα σαν τα δικά της, ούτε χείλια τόσο πορφυρά. Εκείνο, όμως που την έκανε πραγματικά ξεχωριστή, ήταν το δέρμα της. Τόσο λευκό και λαμπερό. Χιονένιο. Το Δάσος προσπάθησε να της κλείσει το δρόμο, να την κρατήσει για πάντα μέσα του, αλλά δεν τα κατάφερε. Η μοίρα την ήθελε πρωταγωνίστρια σε ένα άλλο παραμύθι. Το Δάσος, φυσικά δεν το ήξερε αυτό και ήταν απελπισμένο.

Το Δάσος δεν ήταν πάντα δάσος. Κάποτε ήταν Άντρας. Ο Άντρας ήταν Παιδί. Ή σαν παιδί. Του άρεσε να παίζει με τη ζωή, είχε μάλιστα τη φιλοδοξία να την κερδίσει. Του άρεσε να ταξιδεύει, να γνωρίζει… Δε φοβόταν. Τα παιδιά δε φοβούνται. Ίσως, μόνο…το σκοτάδι. Του Άντρα του άρεσε ο έρωτας. Η τελευταία γυναίκα που ερωτεύτηκε ήταν σαν ήλιος. Ξανθιά, με μελί δέρμα, μάτια σαν τα νερά του ποταμού δίπλα στο σπίτι της. Ο άντρας της υποσχέθηκε πως θα είναι μαζί της μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος και το σπίτι δίπλα στο ποτάμι έγινε σπίτι του. Η κορούλα τους μεγάλωνε μέσα στα νερά, τα δέντρα, τα πουλιά. Την κορούλα τους τη σκότωσε ένα άλογο, τη γυναίκα του το μαχαίρι που σήκωσαν τα δικά της χέρια. Και το Παιδί βρέθηκε στο σκοτάδι. Και τρόμαξε. Τις έθαψε μαζί, δίπλα στο ποτάμι. Ζήτησε από τα ξωτικά, τις νεράιδες, τα πνεύματα, να τον λυπηθούν και να τον μεταμορφώσουν σε κάτι άλλο, κάτι που να διώξει το φόβο μέσα του. Η πιο άσχημη από τις νεράιδες ήρθε κοντά του. Φτερούγισε γύρω του και κάθησε στον ώμο του. Του εξήγησε ότι μόνο εκείνη άκουσε την προσευχή του, αφού οι αδερφές της ήταν απασχολημένες με τους έρωτες τους. Ο Άντρας της χαμογέλασε κουρασμένα. Η νεράιδα τον φίλησε γλυκά στα χείλη και του ψιθύρισε στ’ αυτί αρχαία μυστικά. Ο Άντρας ήταν πια Δάσος.

Δεν ήταν μεγάλο. Μερικές εκατοντάδες δέντρα, όχι πολύ μεγάλα ή εντυπωσιακά.. Θάμνοι με φρούτα ή μικρά λουλούδια. Μια μικρούλα λίμνη. Και ένα στρώμα φύλλα και απαλό γρασίδι. Ζωάκια κρύβονταν στην προστατευτική αγκαλιά του, αλλά σπάνια κυνηγοί έψαχναν να τα ξετρυπώσουν. Ένα μικρό μονοπάτι το έκοβε στα δυο και οδηγούσε στο παλάτι του βασιλιά. Το μονοπάτι που διέσχισε η Χιονάτη. Το Δάσος έστειλε πουλιά να χαϊδέψουν τα αχνάρια από τα ποδαράκια της, μέλισσες να μυρίσουν το άρωμά της, ελαφάκια να γευτούν τη γεύση της. Παρακαλούσε να γίνει πάλι Άντρας, να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι και να γίνει και ο ίδιος πάλι παιδί. Πέρασαν χρόνια πριν εμφανιστεί ξανά η άσχημη νεράιδα. Ήταν κλαμένη. Πίστευε πως θα μπορούσε να αντισταθεί στα παρακάλια του και να τον κρατήσει για πάντα στον κόσμο της. Δεν άντεξε όμως.

Ο Άντρας ήταν πάλι Άντρας. Πάτησε ξανά το χώμα, ζεστάθηκε από τον ήλιο, έφαγε γλυκούς καρπούς. Άρχισε αμέσως να αναζητά τη Χιονάτη. Όταν τη βρήκε ήταν ήδη νεκρή, στα βάθη ενός άλλου δάσους. Σκοτωμένη από ένα μήλο, με 7 νάνους, φύλακες του πανέμορφου κορμιού της. Ο Άντρας δεν ήταν πρίγκιπας και οι φρουροί της Αγάπης του δεν τον άφησαν ούτε να την πλησιάσει και να δώσει ένα φιλί στα σαν ματωμένα χείλη της. Οι πληγές στην καρδιά του Άντρα δεν είχαν προλάβει να κλείσουν. Την άκουσε να σπάει. Για μια ακόμα φορά φώναξε, παρακάλεσε. Η νεράιδα του αυτή τη φορά ήρθε γρήγορα. Δε θα τον έχανε ποτέ πια. Με δάκρυα στα μάτια τον φίλησε τρυφερά στα χείλη. Ο Άντρας ήταν πια Νεκρός. Λίγο πιο πέρα ο πέρα ο Πρίγκιπας ξυπνούσε τη Χιονάτη από τον ύπνο της.

Ένα ακόμα χαρούμενο τέλος…