Σάββατο, 25 Αυγούστου 2007

Κόκκινο

Δεν έγραψα τίποτα σε καμία από τις προηγούμενες φωτιές. Ούτε καν σ' αυτή που άναψε στο χωριό μου.Δεν έβλεπα κανένα νόημα. Ούτε τώρα έχει. Απλώς...Ακούω ανθρώπους να ουρλιάζουν και να κλαίνε.Σιχαίνομαι τα κανάλια που τους δείχνουν σ' αυτή την κατάσταση, αλλά τους ακούω. Κι ύστερα, πριν λίγο είδα το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμμα των τελευταίων μηνών. Μόνο που αυτό που έκανε τον ήλιο τόσο ωραίο ήταν ο καπνός γύρω του. Κι αυτή τη φορά, στη στάχτη που γεμίζει το σπίτι μου δεν υπάρχουν μόνο ελαφάκια. Έχει και μικρά παιδιά....

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Every night I burn







Όταν την πήραν τηλέφωνο και τη φώναξαν για αναγνώριση είχε μόλις συνέλθει από την επίδραση ενός κοκτέιλ ναρκωτικών. Δεν ήταν και στα καλύτερα της. Οι αντοχές της είχαν αρχίσει να μειώνονται. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί το μαλάκα. Αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος, κανείς. Οδήγησε μέχρι το σπίτι του. Έπρεπε να την είχαν προετοιμάσει. Το αίμα άρχισε σχεδόν από την πόρτα. Κόντεψε να πατήσει ένα πόδι- το δικό του πόδι, συνειδητοποίησε-και πρόσεξε ότι υπήρχαν πολλά ματωμένα μέλη σε σακούλες. Το κεφάλι ήταν πάνω σ ένα μαξιλάρι, στον καναπέ. Ήταν αυτός. Ο ίδιος. Ναι αυτός. Ο βιαστής. Όποιος τον πετσόκοψε μάλλον τον ήξερε καλά. Όχι όσο αυτή, αλλά καλά. Ο αστυνομικός που ήταν μαζί της τη ρώτησε αν θα ήθελε λίγο νερό. Κρατήθηκε και δε ζήτησε βότκα. Κοίταξε καλά καλά γύρω. Ο κορμός, μόνος, χωρίς άκρα, κειτόταν πάνω στο τραπέζι. Της ήρθε να ξεράσει. Ρώτησε αν μπορούσε να φύγει και σχεδόν έτρεξε έξω.

Όταν τον παντρεύτηκε τον μισούσε ήδη. Άλλωστε την είχε βιάσει. Για κάποιο λόγω συγκινήθηκε όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος. Και την παντρεύτηκε-την ανάγκασε. Το παιδί το αγάπαγε. Αυτή. Το αγάπαγε. Αλλά έπρεπε να ξέρει καλύτερα. Όχι ότι είχε σημασία πια. Στην τελική. Η μικρή γλίτωσε. Από τον κόσμο. Και να μην ήταν ο πατέρας της. θα ήταν κάποιος άλλος. Μπήκε ξανά στο σπίτι. Άνοιξε τον υπολογιστή. Είχε να δουλέψει. Πήρε ένα γεμάτο μπουκάλι. Ρούφηξε τρεις γραμμές.. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας γυμνός άντρας. Χαϊδευόταν. Της ζήτησε να του μιλήσει. Αναστέναξε βαθιά και ξεκίνησε. Κάθε βράδι το ίδιο. Τους διάλεγε τους πελάτες. Πάντα. Να του μοιάζουν. Ήταν πιο εύκολο έτσι. Ο άντρας έχυνε. Σιχαινόταν τους σπασμούς στα πρόσωπα τους. η φωτιά άρχισε να τον τυλίγει. Το αγαπημένο της σημείο. Την πλήρωναν καλά γι’ αυτό. αλλά πια, το διασκέδαζε. Σήμερα, όμως, σήμερα, ήταν ακόμα καλύτερα. Φωτιά. Ο άντρας ούρλιαζε από τους πόνους και την ηδονη. Ποτέ δεν κατάλαβε. Ποτέ. Να τελειώνεις πεθαίνοντας από φρικτούς πόνους, με τις φλόγες να σε καταβροχθίζουν; Γιατί; Σήμερα, όμως, οι εκφράσεις πόνου, της προκαλούσαν άγρια χαρά. Τον σκότωνε ξανά. Κι εκείνη. Πάλι. Ο πελάτης λιποθύμησε. Έκλεισε τον υπολογιστή. Η δουλειά της είχε τελειώσει. Tου είχε χαρίσει ευχαρίστηση. Πάλι. Και τον είχε σκοτώσει. Πάλι. Μπορούσε να πάει για χορό. Ίσως να συναντούσε και την Αγγέλικα. Είχε μέρες να τη δει…



(Διαβάστε εδώ την αρχή της ιστορίας απο την elgalla)

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2007

Εικόνες




*Είμαι μικρή. Πολύ μικρή. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα πιο πριν. Φοράω μια μακριά κόκκινη φούστα με άσπρα λουλούδια και ένα κοντό μπλουζάκι, που έδωσε κάποιος στη μαμά μου. Παίζω με τις λάσπες, τις ανακατεύω με ένα φυλλαράκι. Δίπλα με κοιτάει ο αδερφός μου. Η μαμά κάθεται στο γκαζόν που έχει φυτέψει ο δήμος στο πεζοδρόμιο και κρατάει το μπέμπη στην αγκαλιά. Είναι πολύ μικρή για να έχει κιόλας τρία παιδιά. Το πρόσωπο της μοιάζει να κοιτάει τόσο μακριά. Ένας σκύλος γλύφει το μάγουλο του μπέμπη. Μπροστά από την πόρτα του παλιού συνεργείου, που τώρα κάναμε σπίτι μας είναι κρεμασμένα μερικά ρούχα. Δεν πεινάω. Όχι ακόμα.

*Τα παράθυρα είναι κλειστά. Δεν ανοίγουν ποτέ. Τι να δω άλλωστε; Ένα βρώμικο δρόμο που δε μπορώ να προφέρω καν το όνομά του σωστά; Δεν ξέρω πότε θα ξαναβγώ από δω. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Πάλι. Ακόμα και τώρα, που έφυγε ο πελάτης. Δε μετράω πια. Δεν έχει σημασία. Νομίζω σκοτεινιάζει. Θα έρθουν περισσότεροι. Κουράστηκα. Θέλω να βγω έξω. Την τελευταία φορά που ήμουν έξω έπαιζα με το σκύλο μας. Κάποιος είναι στην πόρτα. Ξεκουμπώνει ήδη το παντελόνι του. Χαμογελώ. Παρε με από δω…

Κι η νύχτα πέφτει στην Αθήνα. Οι «αθώοι» πολίτες κλείνουν όλοι τα μάτια τους. Οι δολοφόνοι ανοίγουν τα δικά τους και αναγνωρίζονται. Διαλέγουν ποιον θα σκοτώσουν. Σ' αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχει «χαφιές» να βοηθήσει τους αθώους. Πρέπει να σωθούν μόνοι τους. Οι δολοφόνοι κλείνουν πια τα μάτια και μια νέα μέρα ξημερώνει στην Αθήνα…