Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Φοβάσαι;

Έτρεμε. Όταν καμιά φορά του χαμογελούσε κατά τύχη. Όταν γελούσε μαζί του. Όταν τον άφηνε να την αγγίζει. Όταν του χάιδευε τα μαλλιά. Όταν τον ταπείνωνε. Έτρεμε. Τα χέρια του, τα χείλη του, η ανάσα του. Αποτελούσε τη Σελήνη της. Όταν εκείνη ήταν στο δωμάτιο, βρισκόταν κάπου γύρω της. Τον είχε πονέσει. Τον είχε απογοητεύσει. Είχε προσπαθήσει να του κλέψει την αθωότητα. Οι φίλοι κι οι γνωστοί γελούσαν μαζί του. Ήταν μαλάκας, του έλεγαν, που τα ανεχόταν όλα αυτά. Οι φίλοι κι οι γνωστοί του φώναζαν να ξεκολλήσει. Έμενε κοντά της. Έπαιρνε ότι του έδινε. Δε μπορούσε να πει γιατί. Ο κόσμος του ήταν θολός. Δεν έβλεπε τίποτα καθαρά. Κι οι επιθυμίες του ακόμα, ένα κουβάρι. Μόνο εκείνη. Έμενε εκεί. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που τους ενδιέφεραν οι επιπτώσεις των πράξεων τους. Πώς μπορεί να πληγώσεις έναν αθώο; Ακόμα κι όταν φταίει. Ξανά και ξανά. Δεν είναι αθώος, έλεγε πάντα. Εκείνος είναι που γυρνά γύρω μου. Έτρεμε. Όταν τον κρατούσε αγκαλιά. Δεν ήταν όμορφη. Ίσως ούτε έξυπνη. Ήταν μεγάλη αλλά όχι σοφή. Και δεν είχε καμία σημασία. Στα γόνατα, της χάιδευε τα πόδια. Κρατούσε ένα ποτήρι, γελούσε, χάιδευε το σκυλάκι της. Γιατί τρέμεις; Οι φίλοι κι οι γνωστοί ήταν πολύ κουρασμένοι για να ασχοληθούν. Κι εκείνος δε βοηθούσε. Δεν τους είπε ποτέ: Γιατί χρειάζομαι κάποιον να χαϊδεύω. Γιατί χρειάζομαι κάποιον να λατρεύω. Γιατί χρειάζομαι κάποιον να με ταπεινώνει.

Δε ρώτησαν ποτέ. Φοβάσαι;



(Για τον Ι. Κι ας είναι μαλάκας.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: