Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2007

Τελικά...




...η βλακεία όντως δεν έχει όρια!

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2007

Love and marriage


( Η ιστορία μέχρι τώρα:
1.Lust, bloody lust
2.Every night I burn
3.I rush into the secret house
4.And all the children are insane
5. I will follow you into the dark)




Η Αγγέλικα έκλεισε ήρεμα πίσω της την πόρτα του σπιτιού της Μυρτώς, αφήνοντας την να τραβάει άσπρες γραμμές στο τραπεζάκι. Έπρεπε να πάει στο σπίτι. Θα γύριζε εκείνος σήμερα. Τον είχε παντρευτεί πριν έξι χρόνια. Δεν ήταν λύση απελπισίας, όχι. Το είχε σκεφτεί καλά. Ίσως η σωστότερη ονομασία να ήταν «αγοραπωλησία». Αλλά αν ήταν κάποιος να γαμάει τη ζωή της, τότε ας το έκανε αυτή. Στην τελική η πρόταση ήταν πολύ συμφέρουσα. Αυτή ψωμολύσσαγε κι εκείνος είχε απαραιτήτως και άμεσα ανάγκη μια γυναίκα να παρουσιάζει σα γυναίκα του. Είχε κι αυτός τη δική του προσωπική πονεμένη ιστορία. η οποία δε την άγγιζε καθόλου. Ένας άντρας κοντά στα 50 που δε μπορεί να πείσει τους δικούς του για τη γυναίκα που αγαπά, είναι μαλάκας. Αλλά ο συγκεκριμένος μαλάκας θα της εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Την οποία χρειαζόταν πολύ. Ήταν πολύ δύσκολο να έχει να νοιάζεται και για το αν θα έχει να φάει αύριο. Παντρευτήκαν, έμεναν μαζί από τότε, αλλά δεν είχαν κοιμηθεί μαζί ποτέ. Όχι πως δεν είχε προσπαθήσει αυτός. Φυσικά είχε. Και τότε ακριβώς ήταν που είχε αποφασίσει ότι η κοροϊδία αυτή θα τέλειωνε.

Περίπου τότε άρχισε τα πάρε δώσε με τον Α. Σε λίγο θα είχε αρκετά χρήματα για να μπορεί να σπάσει τη συμφωνία με τον άντρα της. Και όχι μόνο αυτά. Γύρισε σπίτι κανα δίωρο πριν έρθει αυτός. Συμμάζεψε λίγο. Του άνοιξε την πόρτα και κατάφερε μέχρι και να του χαμογελάσει. Παράγγειλε και έκατσε να φάει μαζί του. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ακούστηκε να λέει μόνο «Εμπρός». Ύστερα πήρε ένα μπλοκ και σημείωσε κάτι. Όταν έκλεισε τα μάτια της έλαμπαν ξανά.



Πάρκαρε το αυτοκίνητο απέναντι από τη σιδερένια πόρτα. Δε χρειάστηκε καν να περιμένει πολύ. Σε λίγο ήρθε κι εκείνος. Δεν είχε αλλάξει πολύ. Είχε 7 χρόνια να τον δει. Ο Πατέρας. Γέλασε σιγανά. Ο πατέρας της. Τον είδε να ξεκλειδώνει ένα μεγάλο λουκέτο. Και ήταν σχεδόν σίγουρη ότι άκουσε παιδικές φωνές μέσα. Δε μπορεί να το έκανε πάλι. Δε μπορεί να ήταν τόσο χαζός. Στάθηκε εκεί αναποφάσιστη.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

11888:Η αρχή της παράνοιας






Γαμώτο! Παλιόκρυο! Τελικά έχουμε κλιματισμό στον όροφο. Και πολλή δουλειά έχουμε στον όροφο! Ούτε τρεις λέξεις δεν προλαβαίνω να γράψω ανάμεσα στα τηλεφωνήματα. Ουφ πια! Βαριέμαι. Όχι άλλη κυριούλα που θέλει το τηλέφωνο κάποιο ΙΚΑ. Όχι ότι φταίει η κυριούλα, αλλά λέμε.
Sorry κιόλας, παίρνεις τηλέφωνο στις υπηρεσίες καταλόγου και ζητάς το"συνεργείο του Τάσσου-ναι,δε θυμάμαι το επιθετο του-, στον Ασπρόπυργο" και περιμένεις πραγματικά να βρεις κάτι? Όχι, αλήθεια δηλαδή! Μήπως θα έπρεπε να το ξέρω και απ' έξω; Μαζί με τα πολιτικά γραφεία, ίσως? Α, και το Μέγαρο Μαξίμου. Που δεν υπάρχει στον κατάλογο. Και σαφώς φταίω εγω γι' αυτό. Πως θα μιλήσει ο λαός με τον Καραμανλή? ΣΙΧΤΙΡ!
Και θα δουλέυω και στις 16. Υποχρεωτικά! ΣΤΑ ΔΙΑΛΑ!

(Καιρό είχα να γκρινιάξω, όμως! :-) )

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

And all the children are insane











( Η ιστορία μέχρι τώρα:
1.Lust, bloody lust
2.Every night I burn
3.I rush into the secret house )



Ξεκλείδωσε το λουκέτο. Έπρεπε να το λαδώσει κιόλας, έτριζε πολύ. Μπήκε και ξανακλείδωσε. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Τα παιδιά θα ήταν πάλι στην αυλή. Ευτυχώς. Δεν είχε όρεξη. Ανέβηκε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα του. Την κλείδωσε κι αυτή καλά. Τα παιδιά δεν έπρεπε να μπαίνουν εκεί. Πλησίασε το παράθυρο. Τα είδε στην αυλή. Καμιά δεκαριά κοριτσάκια και πέντε έξι αγοράκια, το πολύ μέχρι δέκα χρονών. Φαίνονταν να παίζουν ήσυχα. Τίποτα ανησυχητικό. Έπεσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε αμέσως.
Όλα αυτά τα παιδάκια δεν ήταν δικά του. Για την ακρίβεια, δεν ήταν ο βιολογικός τους πατέρας. Δε μπορούσε όμως να τα αφήσει στους βιολογικούς τους γονείς. Θα τα κατέστρεφαν, θα τα χάλαγαν. Πρεζάκια, πόρνες, κλέφτες. Δεν έκαναν για γονείς. Σαν αστυνομικός ερχόταν σε επαφή με πολλούς τέτοιους. Όταν τους έπαιρνε τα παιδιά, κανείς δεν έμοιαζε να στενοχωριέται. Άλλωστε, πια, ήξερε τι έκανε. Αυτά τα παιδιά στην αυλή ήταν η «δεύτερη γενιά». Η Αγγέλικα ανήκε στην πρώτη.
Τα παιδιά στην αυλή ήταν καθισμένα σ ένα μικρό κύκλο. Τα είχε κλειδωμένα πάντα μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Δε μπορούσε να ρισκάρει να τα αναγνωρίσει κάποιος. Κι έτσι τα κράταγε εκεί. «Η αυλή είναι μεγάλη», τους έλεγε, «δε χρειάζεται να βγαίνετε στο δρόμο». Τα λουκέτα, ο φράχτης ήταν όλα εκεί για να τα προστατεύσουν. Η μικρή ομάδα σηκώθηκε ήσυχα και μπήκε στο σπίτι. Κινούνταν σαν να αιωρούνταν. Σαν φαντάσματα. Ένα τους ανέβηκε στον πάνω όροφο. Ο «Πατέρας» κοιμόταν. Σαν αερικά σκαρφάλωσαν το φράχτη. Τι ήταν ένας φράχτης για δεκάχρονα παιδάκια; Στο δρόμο, η ηρεμία από τα πρόσωπα τους χάθηκε. Χώθηκαν σ’ ένα στενάκι. Μια γιαγιά περπάταγε φορτωμένη με τα ψώνια της. Την πλησίασαν αργά. Τους χαμογέλασε. Τα δυο πιο μεγαλόσωμα της άρπαξαν τις τσάντες από τα χέρια. Τρία κοριτσάκια την τράβηξαν στο χώμα. Λίγο λίγο όλα πήγαν κοντά. Της έσκισαν τα ρούχα, τη χτυπούσαν, άδειασαν το περιεχόμενο από τις σακούλες πάνω της. όλα αυτά ήσυχα, χωρίς να βγάλουν έναν ήχο. Όταν βαρέθηκαν, άφησαν τη γιαγιά αιμόφυρτη και ξεκίνησαν να γυρνάνε. Ο Πατέρας θα ξύπναγε σε λίγο και θα έστρωνε το τραπέζι.


Η Αγγέλικα ξύπνησε στο κρεβάτι της Μυρτώς. Εκείνη έδειχνε να κοιμάται ακόμα πολύ βαριά. Τη σκούντησε αλλά δεν αντέδρασε. Σηκώθηκε. Στην κουζίνα άρχισε να ψάχνει τα ντουλάπια για καφέ. Ήπιε μια κούπα μαζί με δυο παυσίπονα. Κάτω από ένα μαξιλάρι του καναπέ βρήκε μια τσαλακωμένη φωτογραφία. Ένα κοριτσάκι στην παραλία.


Σάββατο 25 Αυγούστου 2007

Κόκκινο

Δεν έγραψα τίποτα σε καμία από τις προηγούμενες φωτιές. Ούτε καν σ' αυτή που άναψε στο χωριό μου.Δεν έβλεπα κανένα νόημα. Ούτε τώρα έχει. Απλώς...Ακούω ανθρώπους να ουρλιάζουν και να κλαίνε.Σιχαίνομαι τα κανάλια που τους δείχνουν σ' αυτή την κατάσταση, αλλά τους ακούω. Κι ύστερα, πριν λίγο είδα το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμμα των τελευταίων μηνών. Μόνο που αυτό που έκανε τον ήλιο τόσο ωραίο ήταν ο καπνός γύρω του. Κι αυτή τη φορά, στη στάχτη που γεμίζει το σπίτι μου δεν υπάρχουν μόνο ελαφάκια. Έχει και μικρά παιδιά....

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

Every night I burn







Όταν την πήραν τηλέφωνο και τη φώναξαν για αναγνώριση είχε μόλις συνέλθει από την επίδραση ενός κοκτέιλ ναρκωτικών. Δεν ήταν και στα καλύτερα της. Οι αντοχές της είχαν αρχίσει να μειώνονται. Δεν ήθελε να τον ξαναδεί το μαλάκα. Αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος, κανείς. Οδήγησε μέχρι το σπίτι του. Έπρεπε να την είχαν προετοιμάσει. Το αίμα άρχισε σχεδόν από την πόρτα. Κόντεψε να πατήσει ένα πόδι- το δικό του πόδι, συνειδητοποίησε-και πρόσεξε ότι υπήρχαν πολλά ματωμένα μέλη σε σακούλες. Το κεφάλι ήταν πάνω σ ένα μαξιλάρι, στον καναπέ. Ήταν αυτός. Ο ίδιος. Ναι αυτός. Ο βιαστής. Όποιος τον πετσόκοψε μάλλον τον ήξερε καλά. Όχι όσο αυτή, αλλά καλά. Ο αστυνομικός που ήταν μαζί της τη ρώτησε αν θα ήθελε λίγο νερό. Κρατήθηκε και δε ζήτησε βότκα. Κοίταξε καλά καλά γύρω. Ο κορμός, μόνος, χωρίς άκρα, κειτόταν πάνω στο τραπέζι. Της ήρθε να ξεράσει. Ρώτησε αν μπορούσε να φύγει και σχεδόν έτρεξε έξω.

Όταν τον παντρεύτηκε τον μισούσε ήδη. Άλλωστε την είχε βιάσει. Για κάποιο λόγω συγκινήθηκε όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος. Και την παντρεύτηκε-την ανάγκασε. Το παιδί το αγάπαγε. Αυτή. Το αγάπαγε. Αλλά έπρεπε να ξέρει καλύτερα. Όχι ότι είχε σημασία πια. Στην τελική. Η μικρή γλίτωσε. Από τον κόσμο. Και να μην ήταν ο πατέρας της. θα ήταν κάποιος άλλος. Μπήκε ξανά στο σπίτι. Άνοιξε τον υπολογιστή. Είχε να δουλέψει. Πήρε ένα γεμάτο μπουκάλι. Ρούφηξε τρεις γραμμές.. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας γυμνός άντρας. Χαϊδευόταν. Της ζήτησε να του μιλήσει. Αναστέναξε βαθιά και ξεκίνησε. Κάθε βράδι το ίδιο. Τους διάλεγε τους πελάτες. Πάντα. Να του μοιάζουν. Ήταν πιο εύκολο έτσι. Ο άντρας έχυνε. Σιχαινόταν τους σπασμούς στα πρόσωπα τους. η φωτιά άρχισε να τον τυλίγει. Το αγαπημένο της σημείο. Την πλήρωναν καλά γι’ αυτό. αλλά πια, το διασκέδαζε. Σήμερα, όμως, σήμερα, ήταν ακόμα καλύτερα. Φωτιά. Ο άντρας ούρλιαζε από τους πόνους και την ηδονη. Ποτέ δεν κατάλαβε. Ποτέ. Να τελειώνεις πεθαίνοντας από φρικτούς πόνους, με τις φλόγες να σε καταβροχθίζουν; Γιατί; Σήμερα, όμως, οι εκφράσεις πόνου, της προκαλούσαν άγρια χαρά. Τον σκότωνε ξανά. Κι εκείνη. Πάλι. Ο πελάτης λιποθύμησε. Έκλεισε τον υπολογιστή. Η δουλειά της είχε τελειώσει. Tου είχε χαρίσει ευχαρίστηση. Πάλι. Και τον είχε σκοτώσει. Πάλι. Μπορούσε να πάει για χορό. Ίσως να συναντούσε και την Αγγέλικα. Είχε μέρες να τη δει…



(Διαβάστε εδώ την αρχή της ιστορίας απο την elgalla)

Τρίτη 21 Αυγούστου 2007

Εικόνες




*Είμαι μικρή. Πολύ μικρή. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα πιο πριν. Φοράω μια μακριά κόκκινη φούστα με άσπρα λουλούδια και ένα κοντό μπλουζάκι, που έδωσε κάποιος στη μαμά μου. Παίζω με τις λάσπες, τις ανακατεύω με ένα φυλλαράκι. Δίπλα με κοιτάει ο αδερφός μου. Η μαμά κάθεται στο γκαζόν που έχει φυτέψει ο δήμος στο πεζοδρόμιο και κρατάει το μπέμπη στην αγκαλιά. Είναι πολύ μικρή για να έχει κιόλας τρία παιδιά. Το πρόσωπο της μοιάζει να κοιτάει τόσο μακριά. Ένας σκύλος γλύφει το μάγουλο του μπέμπη. Μπροστά από την πόρτα του παλιού συνεργείου, που τώρα κάναμε σπίτι μας είναι κρεμασμένα μερικά ρούχα. Δεν πεινάω. Όχι ακόμα.

*Τα παράθυρα είναι κλειστά. Δεν ανοίγουν ποτέ. Τι να δω άλλωστε; Ένα βρώμικο δρόμο που δε μπορώ να προφέρω καν το όνομά του σωστά; Δεν ξέρω πότε θα ξαναβγώ από δω. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Πάλι. Ακόμα και τώρα, που έφυγε ο πελάτης. Δε μετράω πια. Δεν έχει σημασία. Νομίζω σκοτεινιάζει. Θα έρθουν περισσότεροι. Κουράστηκα. Θέλω να βγω έξω. Την τελευταία φορά που ήμουν έξω έπαιζα με το σκύλο μας. Κάποιος είναι στην πόρτα. Ξεκουμπώνει ήδη το παντελόνι του. Χαμογελώ. Παρε με από δω…

Κι η νύχτα πέφτει στην Αθήνα. Οι «αθώοι» πολίτες κλείνουν όλοι τα μάτια τους. Οι δολοφόνοι ανοίγουν τα δικά τους και αναγνωρίζονται. Διαλέγουν ποιον θα σκοτώσουν. Σ' αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχει «χαφιές» να βοηθήσει τους αθώους. Πρέπει να σωθούν μόνοι τους. Οι δολοφόνοι κλείνουν πια τα μάτια και μια νέα μέρα ξημερώνει στην Αθήνα…